Πέμπτη 16 Σεπτεμβρίου 2021

ΛΑΤΙΝΙΚΑ 17Η

 

Λατινικά  Ενότητα 17

Φόβος μπροστά στο άγνωστο

Μετάφραση σε αντιστοίχιση

Magnus timor

occupavit exercitum

ex vocibus Gallorum ac mercatorum,

qui praedicabant

Germanos esse ingenti

magnitudine corporum

et incredibili virtute.

Alius alia de causa

cupiebat discedere.

Nonnulli

adducti pudore

remanebant.

Hi poterant

neque vultum fingere

neque tenere lacrimas;

abditi in tabernaculis

aut querebantur suum fatum

aut miserabantur commune periculum

cum falimiliaribus suis.

Totis castris

obsignabantur testamenta.

Vocibus ac timore horum

perturbabantur

paulatim

etiam ii,

qui habebantur periti

rei militaris.

Μεγάλος φόβος

κατέλαβε το στρατό

από τις διαδόσεις των Γαλατών και των εμπόρων,

οι οποίοι διακήρυσσαν

ότι οι Γερμανοί είχαν φοβερή

σωματική διάπλαση

και απίστευτη ανδρεία.

Προβάλλοντας ο καθένας και μια δικαιολογία

επιθυμούσε να αποχωρήσει.

Μερικοί

παρασυρμένοι από ντροπή

παρέμεναν.

Αυτοί δεν μπορούσαν

ούτε να προσποιηθούν

ούτε να συγκρατήσουν τα δάκρυά τους·

κρυμμένοι στις σκηνές τους

είτε παραπονούνταν για τη μοίρα τους

είτε θρηνούσαν για τον κοινό κίνδυνο

μαζί με τους γνωστούς τους.

Σε ολόκληρο το στρατόπεδο

υπογράφονταν και σφραγίζονταν διαθήκες.

Από τις διαδόσεις και το φόβο αυτών

ταράζονταν

σιγά σιγά

ακόμα και αυτοί

οι οποίοι θεωρούνταν έμπειροι

στα στρατιωτικά ζητήματα.

Γλωσσικά – Γραμματικά σχόλια

magnusονομαστική ενικ., αρσ. γένους, του επιθ. της β΄ κλ. magnus, –a, –um = μεγάλος. [ΣΥΓΚΡ.: maior, maior, maius. ΥΠΕΡΘ.: maximus, -a, -um.]

timorονομαστική ενικ. του ουσ. timortimoris (αρσ. γ΄ κλ.) = ο φόβος.


exercitumαιτιατική ενικ. του ουσ. exercitusexercitus (αρσ. δ΄ κλ.) = ο στρατός.


occupavitγ΄ ενικ. οριστικής παρακειμένου ενεργ. φων. του ρήμoccupooccupavioccupatumoccupare (1) = καταλαμβάνω.

exπρόθεση (+ αφαιρετική) = από.

vocibusαφαιρετική πληθ. του ουσ. voxvocis (θηλ. γ΄ κλ.) = η φωνή· εδώ: η διάδοση.

Gallorumγενική πληθ. του ουσ. Galli, Gallorum (αρσ. β΄ κλ.) = οι Γαλάτες. [Δεν έχει ενικ. αριθμό.]

acσυμπλεκτικός (παρατακτικός) σύνδεσμος = και.

mercatorumγενική πληθ. του ουσ. mercatormercatoris (αρσ. γ΄ κλ.) = ο έμπορος.

quiονομαστική πληθ., αρσ. γένους, της αναφορικής αντων. quiquaequod = ο οποίος, η οποία, το οποίο.


Germanosαιτιατική πληθ. του ουσ. Germani, Germanorum (αρσ. β΄ κλ.) = οι Γερμανοί. [Δεν έχει ενικ. αριθμό.]

ingentiαφαιρετική ενικ., θηλ. γένους, του επιθ. της γ΄ κλ. ingensingensingens (γενική: ingentis) = τεράστιος.

magnitudineαφαιρετική ενικ. του ουσ. magnitudomagnitudinis (θηλ. γ΄ κλ.) = το μέγεθος.

corporumγενική πληθ. του ουσ. corpuscorporis (ουδ. γ΄ κλ.) = το σώμα.

etσυμπλεκτικός (παρατακτικός) σύνδεσμος = και.

incredibiliαφαιρετική ενικ., θηλ. γένους, του επιθ. της γ΄ κλ. incredibilis, –is, –e = απίστευτος.

virtuteαφαιρετική ενικ. του ουσ. virtusvirtutis (θηλ. γ΄ κλ.) = η αρετή, η ανδρεία· εδώ: η ανδρεία.


esseαπαρέμφατο ενεστώτα του ρήμ. sumfui, –, esse = είμαι, υπάρχω.


praedicabantγ΄ πληθ. οριστικής παρατατικού ενεργ. φων. του ρήμpraedicopraedicavipraedicatumpraedicare (1) = διακηρύττω.

aliusονομαστική ενικ., αρσ. γένους, της αόριστης αντωνυμίας aliusaliaaliud = ο άλλος, η άλλη, το άλλο. [Γεν. ενικ.: aliusΔοτ. ενικ.: alii. Σύμφωνα με το σχολ. βιβλίο, είναι αντωνυμικό επίθετο.

aliaαφαιρετική ενικ., θηλ. γένους, της αόριστης αντωνυμίας aliusaliaaliud = ο άλλος, η άλλη, το άλλο. [Βλ. παραπάνω.]

deπρόθεση (+ αφαιρετική) = για, από (εξαιτίας).

causaαφαιρετική ενικ. του ουσ. causacausae (θηλ. α΄ κλ.) = η αιτία, ο λόγος.

discedereαπαρέμφατο ενεστώτα ενεργ. φων. του ρήμdiscedodiscessidiscessumdiscedere (3) = αποχωρώ.

cupiebatγ΄ ενικ. οριστικής παρατατικού ενεργ. φων. του ρήμ. cupiocupi(v)icupitumcupere (3, 15 σε -io) = επιθυμώ.

nonnulliονομαστική πληθ., αρσ. γένους, του αντωνυμικού επιθέτου nonnullinonnullaenonnulla = μερικοί, μερικές, μερικά. [Προέρχεται από το αρνητικό μόριο non και την αόριστη επιθετική αντωνυμία nullus, –a, –um (= κανένας)].

pudoreαφαιρετική ενικ. του ουσ. pudorpudoris (αρσ. γ΄ κλ.) = η ντροπή. [Δεν είναι εύχρηστο στον πληθ. αριθμό.]


adductiονομαστική πληθ., αρσ. γένους, της μετοχής παρακειμένου παθητ. φων. του ρήμ. adducoadduxiadductumadducere (3) = παρασύρω, παρακινώ.

remanebantγ΄ πληθ. οριστικής παρατατικού ενεργ. φων. του ρήμremaneoremansi, –, remanere (2) = παραμένω. [Mτχ. παθ. παρακειμένου: mansus, –a, –um

hiονομαστική πληθ., αρσ. γένους, της δεικτικής αντων. hichaechoc = αυτός, αυτή, αυτό.

nequeαντιθετικός (παρατακτικός) σύνδεσμος = ούτε.

vultumαιτιατική ενικ. του ουσ. vultusvultus (αρσ. δ΄ κλ.) = το πρόσωπο.

fingereαπαρέμφατο ενεστώτα ενεργ. φων. του ρήμfingofinxifictumfingere (3) = πλάθω· // vultum fingere = προσποιούμαι.

nequeαντιθετικός (παρατακτικός) σύνδεσμος = ούτε.

lacrimasαιτιατική πληθ. του ουσ. lacrimalacrimae (θηλ. α΄ κλ.) = το δάκρυ.

tenereαπαρέμφατο ενεστώτα ενεργ. φων. του ρήμteneotenuitentumtenere (2) = κρατώ.

poterantγ΄ ενικ. οριστικής παρατατικού του ρήμ. possumpotui, –, posse = μπορώ.

abditiονομαστική πληθ., αρσ. γένους, της μετοχής παρακειμένου παθητ. φων. του ρήμ. abdoabdidiabditumabdere (3) = κρύβω.

inπρόθεση (+ αφαιρετική) = σε.

tabernaculisαφαιρετική πληθ. του ουσ. tabernaculumtabernaculi (ουδ. β΄ κλ.) = η σκηνή.

autδιαζευκτικός (παρατακτικός) σύνδεσμος = ή, είτε.

suumαιτιατική ενικ., ουδ. γένους, της κτητικής αντων. του γ΄ προσ. για πολλούς κτήτορες suussuasuum = ο δικός τους, η δική τους, το δικό τους.

fatumαιτιατική ενικ. του ουσ. fatumfati (ουδ. β΄ κλ.) = η μοίρα.

querebanturγ΄ πληθ. οριστικής παρατατικού του ρήμ. querorquestus sumqueri (3, αποθ.) = παραπονιέμαι.

autδιαζευκτικός (παρατακτικός) σύνδεσμος = ή, είτε.

cumπρόθεση (+ αφαιρετική) = με.

familiaribusαφαιρετική πληθ. του ουσ. familiarisfamiliaris (αρσ. β΄ κλ.) = ο φίλος, ο γνωστός. [Αφαιρετική ενικ.: familiari. Γεν. πληθ.: familiarium.]

suisαφαιρετική πληθ., αρσ. γένους, της κτητικής αντων. του γ΄ προσ. για πολλούς κτήτορες suussuasuum = ο δικός τους, η δική τους, το δικό τους.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Διαγωνισμός ολοκαυτωμα

 Παιδιά μου Για τον διαγωνισμό οι ομάδες είναι έως τρία άτομα.